αμυαλιά

αμυαλιά
η глупость, безмозглость

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αμυαλιά" в других словарях:

  • αμυαλιά — αμυαλιά, η και αμυαλοσύνη, η έλλειψη φρόνησης, απερισκεψία: Αυτά τα παθε από την αμυαλιά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμυαλιά — η [άμυαλος] έλλειψη μυαλού, νου, ανοησία, κουφόνοια, απερισκεψία …   Dictionary of Greek

  • άμυαλος — η, ο αυτός που δεν έχει μυαλό, φρόνηση, άφρων, απερίσκεπτος, ασύνετος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + μυαλό ή αρχ. ἀμύαλος < ἀμύελος < ἀ στερ. + μυελὸς «χωρίς μυελόν». ΠΑΡ. νεοελλ. αμυαλιά, αμυαλοσύνη, αμυάλωτος] …   Dictionary of Greek

  • ακεφαλιά — Εμβρυϊκή δυσπλασία που παρατηρείται σε δίδυμη ή πολύδυμη κύηση και χαρακτηρίζεται από μερική ή ολική έλλειψη κεφαλιών. Στα έμβρυα του είδους, όταν δεν αποβληθούν, είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση. * * * η [ακέφαλος] 1. επιπολαιότητα, ανοησία …   Dictionary of Greek

  • αλογιστία — η (Α ἀλογιστία) [ἀλόγιστος] αμυαλιά, απερισκεψία …   Dictionary of Greek

  • αμυαλοσύνη — η [άμυαλος] η αμυαλιά …   Dictionary of Greek

  • απερισκεψία — η αστοχασιά, αμυαλιά: Τις απερισκεψίες μας συνήθως τις πληρώνουμε ακριβά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»